Οφλισκάνω

Από Λεξικό τής Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

ὀφλισκάνω Σοφ. Ἀντ. 470, Εὐρ., Πλάτ.· π αρατ. ὠφλίσκανον Δημ. 864: μέλλ. ὀφλήσω Σοφοκλ. Ο. Τ. 511, Εὐρ., Πλάτ.: πρκ. ὤφληκα Ἀριστοφ. Νεφ. 34, κλ.: ἀόρ. ὤφλησα Λυσ. 136, 1 (ἀλλ’ ἔνθα ἴσως διορθωτέον ὠφείλησεν, ὡς ἐν Ἀριστοφ. Ὄρν. 115), Walz Ρήτορ. 8. 243, (προσ-) Ἀλκίφρ. 3. 26 παρὰ τοῖς δοκίμοις ὁ ἐν χρήσει ἀόρ. εἶναι ὦφλον, ἀπαρέμφ. ὀφλεῖν, μετοχ. ὀφλών, - ἐνίοτε ἐσφαλμένως φέρονται: ὄφλειν, ὄφλων, ὡς εἰ ὑπῆρχεν Ἀττ. ἐνεστὼς ὄφλω· ἀλλ’ ὁ ἐνεστῶς οὗτος καίπερ μνημονευόμενος ὑπὸ τῶν γραμματικῶν (Ἀρκάδ. 158. 26, Ἐτυμολ. Μέγ. 232. 9), ἀπαντᾷ μόνον παρὰ μεταγεν., οἷον Δίωνι Χρ., Ἀριστείδ., Ἀλκίφρ., Εὐστ., κλ., καὶ ἴσως προέκυψεν ἐκ τῆς ἐσφαλμένης γραφῆς ὄφλειν, ὄφλων ἀντὶ ὀφλεῖν, ὀφλών, ὡς ἐν Εὐρ. Βάκχ. 854, Πλάτ. Ἀπολ. 39Β, ἴδε Elmsl. εἰς Ἀριστοφ. Ἀχ. 689, Ἡρακλ. 985, ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 523· - ὀφλέω εἶναι πιθανῶς ἔτι μεταγεν. τύπος· διότι παρ’Ἡσυχ. ὀφλεῖ διορθωτέον εἰς ὄφλει· ὤφλεε παρ’ Ἡροδ. 8. 26 εἶναι σφάλμα ἀντὶ ὦφλε (ὅπερ ἔχουσί τινα τῶν Ἀντιγράφων): ἐνεστ. ὀφλίσκω μνημονεύεται παρὰ Σουΐδ., ὀφλάνω παρὰ Φωτ. κ. Ἡσυχ. - Ἴδε Κόντου Φιλολ. Σύμμικτα ἐν Ἀθηνᾶς Ε’ , σελ. 41. (Ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης, ἐξ ἧς τὸ ὀφείλω, ὃ ἴδε). Ὀφείλω, χρεωστῶ, κυρίως ἐπὶ ἀνθρώπου καταδικασθέντος εἰς πληρωμὴν προστίμου, εἶμαι καταδεδικασμένος νὰ πληρώσω, ζημίαν Εὐρ. Μήδ. 581, κτλ.· χρήματα Λυσ. 159. 17· πέντε τάλαντα Ἀριστοφάν. Εἰρ. 172· χιλίας δραχμὰς Πλάτ. Ἀπολ. 36Α· εἴκοσι μνᾶς Ξενοφ. Ἀν. 5. 8, 1· τὴν ἐπωβελίαν Ἰσοκρ. 373C. 2) δίκην ὀφλισκάνω, καταδικάζομαι ἔν τινι δίκῃ, χάνω τὴν δίκην, ὠφληκέναι δίκην Ἀριστοφάν. Νεφέλ. 34, Ὄρν. 1457· ἤν τις ὄφλῃ παρὰ τοῖς ἄρχουσι δίκην τῷ ὁ αὐτ. ἐν Ἐκκλ. 655· οὕτως, ὀφλισκάνω δίαιταν, χάνω κατὰ τὴν δίαιταν, Ἰσαῖ. 111. 7, Δημ. 862, 2, κλ.· ἐρήμην ὀφλ. τὴν δίκην, καταδικάζομαι ἐρήμην, ὡς μὴ παρουσιασθείς, Ἀντιφῶν 131. 1· ὀφλ. ἐξούλης Ἀνδοκ. 10. 15· κλοπῆς ἕνεκα τὰς εὐθύνας ὀφλ. Αἰσχίν. 55. 17. 3) ἀπολ., καταδικάζομαι, χάνω, μέλλων ὀφλήσειν Ἀριστοφ. Νεφέλ. 777· κᾆτ’ ὀφλὼν ἀπέρχεται ὁ αὐτ. ἐν Ἀχ. 689, πρβλ. Θουκ. 3. 70, Πλάτ. Νόμ. 745Α· ὀφλεῖν τῷ δημοσίῳ ἐπί τινι, διά τι σφάλμα, Δημ. 998. 23. 4) μετὰ γεν. τοῦ ἐγκλήματος, ὀφλὼν ἁρπαγῆς τε καὶ κλοπῆς δίκην Αἰσχύλ. Ἀγ. 534 (πρβλ. ἐκτίνω)· ἀκολούθως συχν. ἄνευ τοῦ δίκην, ὠφληκὼς φόνου, καταδικασθεὶς ἐπὶ φόνῳ, Πλάτ. Νόμ. 873Β κἑξ.· ὀφλ. τραύματος ἐκ προνοίας αὐτόθι 877Β· ὀφλ. κλοπῆς, δώρων Ἀνδοκ. 10. 20 ἀστρατείας, ἀποστασίου Δημ. 732. 23., 790. 2· ἀλλ’ὡσαύτως, β) μετὰ γεν. τῆς ποινῆς, θανάτου δίκην ὀφλ. Πλάτ. Ἀπολ. 39Β, Νόμ. 856D. ΙΙ. καθόλου, ἐπὶ πράγματος, ὅπερ ἐπισύρει τὶς καθ’ ἑαυτοῦ ἢ τοῦ ὁποίου εἶναι ἄξιος, αἰσχύνην, βλάβην ὀφλ., ἐπισύρω κατ’ ἐμαυτοῦ δυσφημίαν, ἀπώλειαν, Εὐρ. Ἑλ. 67, Ἀνδρ. 188· ὀφλ. γέλωτα, καταγελῶμαι, ὁ αὐτ. ἐν Μηδ. 403, Ἀριστοφ. Νεφ. 1035· τινι, ὑπό τινος, Εὐρ. Βάκχ. 854· παρά τινι, πρός τινα Πλάτ. Φαίδων 117Α, Ἱππ. Μείζων 282Α. 2) δειλίαν ὀφλ. (σχεδὸν ὡς τὸ ὀφλ. δίκην δειλίας), ἐπισύρω κατηγορίαν δειλίας, ἔχω φήμην δειλοῦ, δειλίην ὤφλεε πρὸς βασιλῆος, ἐπέσυρε καθ’ ἑαυτοῦ τὴν μομφὴν δειλίας παρὰ τοῦ βασιλέως, Ἡρόδ. 8. 26, πρβλ. Ἡρακλ. 985· οὕτω, μώρῳ μωρίαν ὀφλισκάνῳ σοφ. Ἀντ. 470, πρβλ. Εὐρ. Μήδ. 1227, κτλ.· αὐθαδία τοι σκαιότητ’ ὀφλ. Σοφ. Ἀντ. 1028· ἀπ’ ἐμᾶς φρενὸς οὔποτ’ ὀφλήσει Εὐρ. Ἑκ. 327, Ἴων 443· ἄνοιαν Δημ. 16. 24· αἰσχύνην 18. 26. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 530.

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Συμμετοχή
Χρήσιμες συνδέσεις
Εργαλεία