Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έκπληξη

Revision as of 06:40, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (11)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
L'amor che move il sole e l'altre stelleLove that moves the sun and the other stars
Dante Alighieri, Paradiso, XXXIII, v. 145

Greek Monolingual

η (AM ἔκπληξις)
1. ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιέρχεται κανείς από απροσδόκητο γεγονός, ευχάριστο ή δυσάρεστο, το ξάφνιασμα
νεοελλ.
το ίδιο το απροσδόκητο γεγονός, ιδίως ευχάριστο
αρχ.-μσν.
1. κατάπληξη, τρόμος
2. θαυμασμός.