Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "αὐτογνωμοσύνη"

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
(big3_7)
(7)
Line 4: Line 4:
 
{{DGE
 
{{DGE
 
|dgtxt=-ης, ἡ [[autodeterminación]] Zonar.s.u. μονοτονίας.
 
|dgtxt=-ης, ἡ [[autodeterminación]] Zonar.s.u. μονοτονίας.
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=[[αὐτογνωμοσύνη]], η (Μ) [[αυτογνωμονώ]]<br /><b>1.</b> το να ενεργεί [[κανείς]] [[κατά]] τη δική του [[γνώμη]]<br /><b>2.</b> το να επιμένει [[κανείς]] στη [[γνώμη]] του, η [[ισχυρογνωμοσύνη]].
 
}}
 
}}

Revision as of 06:59, 29 September 2017

German (Pape)

[Seite 396] ἡ, Eigenmächtigkeit, Zon. Lex.

Spanish (DGE)

-ης, ἡ autodeterminación Zonar.s.u. μονοτονίας.

Greek Monolingual

αὐτογνωμοσύνη, η (Μ) αυτογνωμονώ
1. το να ενεργεί κανείς κατά τη δική του γνώμη
2. το να επιμένει κανείς στη γνώμη του, η ισχυρογνωμοσύνη.