Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτοπαγής

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτοπᾰγής Medium diacritics: αὐτοπαγής Low diacritics: αυτοπαγής Capitals: ΑΥΤΟΠΑΓΗΣ
Transliteration A: autopagḗs Transliteration B: autopagēs Transliteration C: aftopagis Beta Code: au)topagh/s

English (LSJ)

ές, (πήγνυμι) A compact of itself, γῆ Ephor.108; rough, πέτροι Agatharch.32; θαλάμαι, of a swarm of bees in the air, AP9.404 (Antiphil.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 399] ές, selbst gebaut, θαλάμαι, Bienenzellen, Antiphil. 19 (IX, 404).

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοπᾰγής: ἐς, (πήγνυμι) αὐτοποίητος, αὐτόκτιστος, Ἐφόρ. Ἀποσπ. 108· αὐτοπαγεῖς θαλάμαι Ἀνθ. Π. 9. 404· «ὕδωρ αὐτοπαγές: τὸ συνεστηκὸς ἐν τοῖς ἱεροῖς· ἢ τὸ αὐτομάτας πηγὰς ἔχον» Φωτ. Λέξ. Συναγ. σ. 615. 15, ἔκδ. Πόρσ.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 qui s’est construit (litt. fixé) lui-même ; naturel;
2 qui s’est figé ou durci de soi-même, naturellement.
Étymologie: αὐτός, πήγνυμι.

Spanish (DGE)

(αὐτοπᾰγής) -ές
compacto, espeso γῆ Ephor.65f, πέτροι Agatharch.32, θαλάμαι AP 9.404 (Antiphil.)
fig. de pers. rígido, helado αὐ. ἄφθογγος ... ἵστατο μήτηρ Nonn.D.46.273.

Greek Monolingual

αὐτοπαγής, -ές (Α)
αυτός που έγινε μόνος του, όχι από κάποιον άλλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο- + -παγής < πήγνυμι.

Greek Monotonic

αὐτοπᾰγής: -ές (πήγνυμι), αυτός που συναρμολογήθηκε από μόνος του, αυτός που χτίστηκε μόνος του, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτοπᾰγής: естественный, природный (μελισσῶν θαλάμαι Anth.).

Middle Liddell

πήγνυμι
self-joined, self-built, Anth.