Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δερματογόνος

Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

-ο
1. όποιος παράγει δέρμαδερματογόνος ιστός»)
2. το ουδ. ως ουσ. δερματογόνο, το
το εξωτερικό επίστρωμα τών κυττάρων του αρχεφύτρου από τα οποία παράγεται ο δερμικός ιστός τών φυτών.