Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάταξη

Revision as of 06:27, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (9)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν → Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM διάταξις) διατάσσω
1. τακτοποίηση, διευθέτηση πραγμάτων στην κατάλληλη θέση
2. διάταγμα πολιτικής ή εκκλησιαστικής αρχής
3. κατάταξη τών μερών του γραπτού λόγου
νεοελλ.
1. περίοδος του ισχύοντος Συντάγματος, νόμου, κανονισμού κ.λπ. που αφορά σε ορισμένο θέμα («θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος»)
2. «ημερήσια διάταξη» — πίνακας τών θεμάτων που πρόκειται να συζητηθούν στη συνεδρίαση Βουλής, σωματείου ή άλλου συλλογικού οργάνου
3. το έγγραφο που περιέχει την ημερήσια διάταξη
αρχ.-μσν.
1. διαταγή, προσταγή, εντολή, παραγγελία («τῆ διατάξει σου διαμένει ἡμέρᾳ», ΠΔ)
2. διαθήκη
αρχ.
συμφωνία, συνθήκη.