Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

είσπραξη

Revision as of 06:27, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (10)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (AM εἴσπραξις)
συγκέντρωση, παραλαβή οφειλόμενων χρημάτων ή φόρων («είσπραξη σε είδος»)
νεοελλ.
το ποσό τών χρημάτων που εισπράχθηκαν («μέτρησε την είσπραξη»)
μσν.
συνέπεια ενός κακού, τιμωρία
αρχ.
στρατολογία.