Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θηλυπρέπεια

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

η θηλυπρεπής
1. η γυναικεία συμπεριφορά, η συμπεριφορά που ταιριάζει σε γυναίκα και όχι σε άντρα
2. μαλθακότητα, τρυφηλότητα
3. δειλία, ατολμία, έλλειψη ανδρισμού.