Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καβούκι

L'amor che move il sole e l'altre stelleLove that moves the sun and the other stars
Dante Alighieri, Paradiso, XXXIII, v. 145

Greek Monolingual

το
1. όστρακο (χελώνας, καβουριού, αστακού, σαλιγκαριού κ.λπ.)
2. το σκληρό εξωτερικό περίβλημα του ψημένου ψωμιού
3. ανατολίτικο υψηλό κάλυμμα του κεφαλιού, κουκούλα
4. φρ. «μπήκε στο καβούκι του» ή «μαζεύτηκε στο καβούκι του» — αποσύρθηκε από φόβο ή λόγω αποτυχίας και απογοητεύσεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kabuk].