Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατανόηση

Revision as of 12:30, 15 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

η (AM κατανόησις κατανοώ
το να κατανοεί, το να αντιλαμβάνεται κάποιος κάτι πλήρως και σαφώς («ἡ αὑτοῦ κατανόησις» — η ενόραση, Πλωτίν.)
νεοελλ.
1. η σωστή αντίληψη
2. φρ. «έχω κατανόηση» ή «δείχνω κατανόηση» — καταλαβαίνω και σέβομαι τα προβλήματα και τη θέση του άλλου, είμαι επιεικής, είμαι ελαστικός
μσν.-αρχ.
ενατένιση
αρχ.
τα μέσα για αντίληψη («πολλὴν ἑαυτοῦ παρέχων κατανόησιν», Πλούτ.).