Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κομψότητα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (Α κομψότης, -ητος) κομψός
η ιδιότητα του κομψού, λεπτότητα, χάρη
αρχ.
(για τη γλώσσα) γλαφυρότητα.