Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "λογική"

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
(23)
 
(3)
Line 1: Line 1:
 
{{grml
 
{{grml
 
|mltxt=η (AM [[λογική]])<br /><b>(φιλοσ.)</b><br /><b>1.</b> η [[επιστήμη]] του ορθού λόγου, της ορθής νόησης, του [[ορθώς]] διανοείσθαι<br /><b>2.</b> το [[λογικό]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Ουσιαστικοποιημένος [[τύπος]] θηλυκού του επιθ. [[λογικός]].
 
|mltxt=η (AM [[λογική]])<br /><b>(φιλοσ.)</b><br /><b>1.</b> η [[επιστήμη]] του ορθού λόγου, της ορθής νόησης, του [[ορθώς]] διανοείσθαι<br /><b>2.</b> το [[λογικό]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Ουσιαστικοποιημένος [[τύπος]] θηλυκού του επιθ. [[λογικός]].
 +
}}
 +
{{elru
 +
|elrutext='''λογική:''' ἡ<b class="num">1)</b> рит. (sc. [[λέξις]]) проза;<br /><b class="num">2)</b> филос. (sc. [[τέχνη]]) логика, наука об умозаключении Cic.
 
}}
 
}}

Revision as of 23:36, 31 December 2018

Greek Monolingual

η (AM λογική)
(φιλοσ.)
1. η επιστήμη του ορθού λόγου, της ορθής νόησης, του ορθώς διανοείσθαι
2. το λογικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τύπος θηλυκού του επιθ. λογικός.

Russian (Dvoretsky)

λογική:1) рит. (sc. λέξις) проза;
2) филос. (sc. τέχνη) логика, наука об умозаключении Cic.