Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λογική

Revision as of 23:36, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (3)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM λογική)
(φιλοσ.)
1. η επιστήμη του ορθού λόγου, της ορθής νόησης, του ορθώς διανοείσθαι
2. το λογικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τύπος θηλυκού του επιθ. λογικός.

Russian (Dvoretsky)

λογική:1) рит. (sc. λέξις) проза;
2) филос. (sc. τέχνη) логика, наука об умозаключении Cic.