Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νοστιμιά

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η νόστιμος
1. νοστιμάδα
2. συν. στον πληθ. οι νοστιμιές
νόστιμα, εύγευστα εδέσματα («μάς προσέφερε ένα σωρό νοστιμιές»).