Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πετσί

Revision as of 12:17, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (32)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον → Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το / πετζίν, ΝΜ
1. δέρμα ανθρώπου ή ζώου, επιδερμίδα
2. κατεργασμένο δέρμα ζώου
νεοελλ.
φρ. α) «είναι πετσί και κόκαλο» — είναι πάρα πολύ αδύνατος
β) «τά γνωρίσαμε στο πετσί μας» — έχουμε προσωπική, επώδυνη πείρα
γ. «σηκώθηκε το πετσί μου» — ένιωσα μεγάλο φόβο ή έκπληξη
δ) «του τίναξαν το πετσί» — τον έδειραν αλύπητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, η λ. είναι υποκορ. του ιταλ. pezzo, ενώ κατ' άλλη άποψη προέρχεται από τ. πεσκ-ίον, υποκορ. του πέσκος «φλούδα»].