Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στήσιμο

Revision as of 12:32, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (38)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το, Ν
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στήνω, η τοποθέτηση ενός πράγματος σε κατακόρυφη, σε όρθια θέση
2. ίδρυση, θεμελίωση
3. προπαρασκευή, ετοιμασία, διοργάνωσηστήσιμο παράστασης»)
4. (σχετικά με μηχανή) συναρμολόγηση
5. φροντισμένη στάση που παίρνει κανείς προκειμένου να φωτογραφηθεί ή να χρησιμεύσει ως μοντέλο ζωγράφου ή γλύπτη ή για να προκαλέσει εντύπωση, πόζα
6. μτφ. αναμονή μεγάλης διάρκειας σε προκαθορισμένη συνάντηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < έστησα, αόρ. του στήνω + κατάλ., -ιμο (πρβλ. δέσ-ιμο)].