Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τομάρι

Revision as of 12:41, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (41)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

το / τομάριον, ΝΜΑ
νεοελλ.
1. ειρων. το ανθρώπινο σώμα («μόνο για το τομάρι του νοιάζεται»)
2. μτφ. (για πρόσ.) παλιάνθρωπος
3. φρ. α) «πουλάω ακριβά το τομάρι μου» — υπερασπίζομαι σθεναρά τη ζωή μου
β) «φυλάει το τομάρι του»
(με κακή σημ.) προσέχει πολύ τον εαυτό του, δεν εκθέτει σε κίνδυνο τη ζωή του
γ) «τον τρώει το τομάρι του» — πρέπει να φάει ξύλο
δ) «του άργασαν το τομάρι» — τον έδειραν πολύ
νεοελλ.-μσν.
δέρμα, πετσί
μσν.-αρχ.
μικρός τόμος, μικρό βιβλίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τόμος + υποκορ. κατάλ. -άριον (πρβλ. βιβλι-άριον)].