Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φλούδα

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

και φλοίδα και φλύδα, η, Ν
1. (για φυτά και για καρπούς) φλοιός
2. σκληρό κέλυφος, τσόφλι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φλούδι κατά τα θηλ.].