Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώραϊσμός

Revision as of 06:16, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (47c)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

German (Pape)

[Seite 1414] ὁ, Schmuck, Putz, das Ausschmücken, Herausputzen, gew. im tadelnden Sinne; Schol. Pind. N. 8, 1; Eust. 317, 41; Plut. Fab. M. 1.

Greek Monolingual

ο / ὡραϊσμός, ΝΜΑ ὡραΐζω, -ομαι]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ωραΐζω, εξωραϊσμός
μσν.-αρχ.
ομορφιά, ωραιότητα
αρχ.
μτφ. α) εκθήλυνση
β) (για λεκτικό ύφος) κομψότητα.