Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ώρονομικός

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

German (Pape)

[Seite 1415] ή, όν, zum ὡρονόμος gehörig, ihm eigen, ὡρονομικὸν κατασκεύασμα, Werkzeug zur Abtheilung u. Bezeichnug der Stunden, Schol. Ar. Av. 1093.

Greek Monolingual

-ή, -ό / ὡρονομικός, -ή, -όν, ΝΑ ὡρονόμος
νεοελλ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ωρονόμιο
αρχ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διαίρεση και σημείωση τών ωρών.