Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Λῆμνος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: Λῆμνος Medium diacritics: Λῆμνος Low diacritics: Λήμνος Capitals: ΛΗΜΝΟΣ
Transliteration A: Lē̂mnos Transliteration B: Lēmnos Transliteration C: Limnos Beta Code: *lh=mnos

English (LSJ)

ἡ, Dor. Λᾶμνος, Lemnos, Il.1.593, al., Od.8.283; sacred to Hephaestus, Sch.A.R.1.851, etc.: Λαμνόθεν, Adv. A from Lemnos, Pi. P.1.52:—Adj. Λήμνιος, α, ον, Lemnian, πῦρ S.Ph.800, Ar.Lys.299; Λ. ἔργα, prov. from the wickedness of certain Lemnian women, Hdt. 6.138, cf. A.Ch.631 (lyr.); Λ. ἄμπελοι Ar.Pax1162:—also Λημνιακός, Dor. Λαμν- Call.Fr.1.44 P.:—also fem. Λημνιάς ( Λαμνιάς), άδος, Pi.O.4.22; Λημνίς, ίδος, μίλτος Nic.Th.865.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

Λῆμνος: ἡ, ἡ γνωστὴ ἐν τῷ Αἰγαίῳ νῆσος, ἣν ὁ Ὅμ. σχετίζει μετὰ τοῦ μύθου τοῦ Ἡφαίστου, Ἰλ. Α. 593, κ. ἀλλ., Ὀδ. Θ. 283· καὶ ἥτις μετέπειτα ἐθεωρεῖτο ἱερὰ αὐτοῦ, πιθαν. ἕνεκα τῆς ἡφαιστειώδους αὐτῆς φύσεως, Νικ. Θηρ. 458, κτλ.· - Λημνόθεν, ἐπίρρ. ἐκ Λήμνου, Πινδ. Π. 1. 100. - Ὡς ἐκ τῆς ἡφαιστειώδους φύσεως καὶ τοῦ μύθου τοῦ Ἡφαίστου ἡ φρᾶσις Λήμνιον πῦρ κατέστη παροιμιώδης, Σοφ. Φιλ. 800, Ἀριστοφ. Λυσ. 299. Περὶ τῆς παροιμίας Λήμνια κακά, ὡς ἐκ τῆς κακίας γυναικῶν τινων Λημνίων, ὅρα Ἑρμηνευτ. εἰς Ἡρόδ. 6. 138, Αἰσχύλ. Χο. 631· - παρ’ Ἡσυχ. «Λήμνια· φοβερά· μοχθηρά». Ὁ Λήμνιος οἶνος ἐφημίζετο, Ἀριστοφ. Εἰρ. 1162. -Ὡσαύτως θηλ. Λημνιάς, άδος, Πινδ. Ο. 4. 32· Λημνίς, ίδος, Νικ. Θηρ. 865·

French (Bailly abrégé)

ου (ἡ) :
Lemnos, île de la mer Égée.
Étymologie: DELG toponyme non grec, mais attesté en myc.

English (Autenrieth)

Lemnos, the island west of the Troad, with probably in Homer's time a city of the same name, Il. 14.230, 281; called ἠγαθέη, as sacred to Hephaestus (also to the Cabīri) on account of its volcano, Moschylus; now Stalimene [(ἐ)ς τὴ(ν) Λῆμνον].

Greek Monotonic

Λῆμνος: ἡ, νησί στο Αιγαίο Πέλαγος αφιερωμένο στον Ήφαιστο, σε Όμηρ., κ.λπ.· από την ηφαιστειακή φύση του νησιού, η φράση Λήμνιον πῦρ, κατέστη παροιμ., σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

Λῆμνος: дор. Λᾶμνος ἡ Лемнос (вулканический остров в сев. части Эгейского моря, считавшийся главным местопребыванием Гефеста) Hom., Pind. etc.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: a Greek island
Other forms: Myc. raminijo \/lamnios\/ man from Lemnos; raminija \/lamniai\/ Lemnian women. Dor. λᾶμνος.
Dialectal forms: Myc. raminijo \/lamnios\/ man from Lemnos; raminija \/lamniai\/ Lemnian women. Dor. λᾶμνος.
Derivatives: Λήμνιος, Λημνιακός Lemnian.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: No doubt a Pre-Greek name.

Middle Liddell

Λῆμνος, ἡ,
Lemnos, an island in the Aegaean sea, sacred to Hephaestus, Hom., etc.:—from the volcanic nature of the island, the Λήμνιον πῦρ became proverbial, Soph.