Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άκακος

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει → Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄκακος, -ον)
1. ο δίχως κακία, άδολος, καλοκάγαθος
2. απλοϊκός, αφελής, εύπιστος
3. αβλαβής.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < - στερητ. + κακός.
ΠΑΡ. ἀκακία.
ΣΥΝΘ. αρχ. ἀκακοποιός.