Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έλαση

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

η (AM ἔλασις)
νεοελλ.
1. η έλξη οχήματος από ζώο
2. σφυρηλασία μετάλλων
3. μηχανική κατεργασία, σφυρηλάτηση μετάλλων για κατασκευή ελασμάτων, σύρματος κ.λπ.