Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ήπιος

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἤπιος, -ία, -ον και ἤπιος, -ον)
1. (για πρόσ.) αυτός που δεν εξάπτεται, πράος, ήρεμος («ἀγανὸς και ἤπιος», Ομ. Οδ.)
2. (για καιρικές καταστάσεις) αυτός που δεν είναι πολύ ψυχρός, ο εύκρατοςήπιος χειμώνας»)
3. (για νόσους ή επιδημίες) αυτός που δεν είναι πολύ επικίνδυνοςγρίπη ήπιας μορφής»)
4. καταπραϋντικός, κατευναστικός («ήπια φάρμακα»)
αρχ.
1. (για αισθήματα) ευνοϊκός, ευμενής («ἤπιαι φρένες», Ευριπ.)
2. που δεν είναι ορμητικός («ἠπιώτερα ρεύματα», Μένων)
3. (για ποτό) ο γλυκός
4. φρ. «ἤπιον ἦμαρ» — ευνοϊκή μέρα για την έναρξη κάποιου πράγματος.
επίρρ...
ηπίως και ήπια (AM ἠπίως)
με πράο τρόπο, μαλακά, ήρεμα («ὡς ἠπίως ἐννέπειν», Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέεται με αρχ. ινδ. āpi- «φίλος». Αντιδιαστέλλεται προς το νήπιος και συνοδεύεται συχνά από την παρομοίωση πατήρ ὥς ἤπιος ἦν. Η λ. αναφέρεται σε λόγια, σε φάρμακα, καθώς και σε θερμοκρασία.
ΠΑΡ. ηπιότης
(νεοελλ. -τητα)
αρχ.
ηπιαίνω, ηπιώ.
ΣΥΝΘ. αρχ. ηπιοδίνητος, ηπιόδωρος, ηπιοδώτας, ηπιόθυμος, ηπιόμητις, ηπιόμοιρος, ηπιόφρων, ηπιόχειρ.