Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αίσθημα

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

το (Α αἴσθημα)
αντίληψη διά μέσου τών αισθήσεων, αυτό που γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις, το αποτέλεσμα ή η εντύπωση που προέρχεται από την αίσθηση
νεοελλ.
1. ψυχική κατάσταση, συναίσθημα
2. ψυχική διάθεση ή ροπή
3. ερωτικός δεσμός
4. φρ. «άνθρωπος με αισθήματα», ευγενικός, μεγαλόψυχος, ευαίσθητος
«δεν έχω αισθήματα», είμαι άκαρδος, σκληρός, αναίσθητος
αρχ.
αίσθηση, αντίληψη, γνώση.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αἰσθάνομαι.
ΠΑΡ. νεοελλ. αισθηματίας, αισθηματικός, αισθηματώδης.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αισθηματοβριθής, αισθηματολόγος].