Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγγελία

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (Α ἀγγελία) ἄγγελος
είδηση, πληροφορία, μήνυμα
νεοελλ.
διαφήμιση που δημοσιεύεται σε εφημερίδες, περιοδικά κ.λπ.
αρχ.
1. προκήρυξη, πρόσταγμα, διαταγή
2. μεταβίβαση αγγελίας
3. κομιστής αγγελίας, αγγελιαφόρος.