Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλλαγή

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e

Greek Monolingual

η (Α ἀλλαγή)
1. μεταβολή, μετατροπή, διαφοροποίηση, αλλοίωση, μεταμόρφωση (ενός πράγματος, μιας καταστάσεως ή μιας ενέργειας)
2. ανταλλαγή, δοσοληψία, συναλλαγή
νεοελλ.
1. αντικατάσταση ενός πράγματος με άλλο, μεταλλαγή
2. άλλαγμα, ο καθαρισμός και η εκ νέου επίδεση μιας πληγής
3. ενδυμασία, φορεσιά, αλλαξιά
4. η ιερατική ενδυμασία και ειδικά το φαιλόνιο του ιερέα
5. (ως επιφών.) αλλαγή! πρόσταγμα για τη μεταβολή του βηματισμού, σε στρατιωτικό κυρίως τμήμα
μσν.
αντικατάσταση τών αλόγων του δημόσιου ταχυδρομείου και ο τόπος της αλλαγής, ο σταθμός.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < θ. ἀλλαγ- παθ. αορ. β' (ἠλλάγην) του ρήματος ἀλλάσσω.
ΠΑΡ. μσν. ἀλλάγιον.