Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμήτωρ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ἀμήτωρ (-ορος), ο, η (Α)
1. αυτός που δεν έχει μητέρα ή του οποίου η μητέρα είναι άγνωστη
2. φρ. «μήτηρ ἀμήτωρ», κακή ή άστοργη μητέρα.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < - στερ. + -μήτωρ < μήτηρ.