Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αναγλυφοειδής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ → The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ές
ο
όμοιος με ανάγλυφο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανάγλυφο + -ειδής < είδος].