Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αντίκειμαι

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

(AM ἀντίκειμαι)
βρίσκομαι σε αντίθεση, αντιβαίνω προς κάτι
νεοελλ.
(το ουδ. της μτχ. ως ουσ.) βλ. αντικείμενο.
αρχ.
(ως παθ. του ἀντιτίθημι)
1. είμαι τοποθετημένος απέναντι
2. αντιστοιχώ
3. (για τόπους) κείμαι απέναντι
4. (για πράγματα) κείμαι απέναντι ή εναντίον κάποιου
5. αντιτάσσομαι, αντιστέκομαι
6. είμαι βλαβερός, επιζήμιος
7. (στη ρητορ.) «ἀντικείμενη λέξις» — αντιθετική.