Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απήμων

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

ἀπήμων, -ον (Α) πήμα
1. αυτός που δεν έχει πάθει βλάβη ή κακό
2. αυτός που δεν έχει φροντίδες, ξένοιαστος
3. αυτός που δεν προξενεί κακό, ακίνδυνος
4. ήσυχος, αίσιος, ευτυχής.