Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απαγγέλλω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

ἀπαγγέλλω κ. ιων. ἀπαγγελέω)
νεοελλ.
1. διαβάζω ή εκφωνώ με έντεχνο ύφος ποίημα
2. (κυρίως σε δικαστήριο) διαβάζω, εκφωνώ («απάγγειλε την κατηγορία»)
αρχ.
(για αγγελιαφόρο)
1. μεταφέρω ειδήσεις ή μηνύματα, αναγγέλλω, γνωστοποιώ
2. φρ. «πάλιν απαγγέλλω», φέρνω πίσω ειδήσεις ή απάντηση
3. (για ομιλητή ή συγγραφέα) αναφέρω, αφηγούμαι, διηγούμαι
4. περιγράφω
5. εξηγώ, ερμηνεύω.