Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποφεύγω

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς → Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

(AM ἀποφεύγω)
1. κρατιέμαι μακριά από κάποιον ή κάτι
2. αρνούμαι να κάνω κάτι
3. διαφεύγω, διασώζομαι
αρχ.
1. απαλλάσσομαι, αθωώνομαι
2. (για γυναίκες) γεννώ.