Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απόφαση

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

η (AM ἀπόφασις) αποφαίνω
1. οριστική γνώμη, τελική κρίση
2. δικαστική απόφαση, ετυμηγορία
νεοελλ.
1. διαταγή, διάταξη
2. φρ. «το πήρε απόφαση» — πείστηκε οριστικά
αρχ.-μσν.
απάντηση, απόκριση
αρχ.
κατάλογος, απογραφή.