Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτοματίζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

αὐτοματίζω (Α) αυτόματος
1. ενεργώ πρόχειρα ή απερίσκεπτα
2. παραδέχομαι ότι υπάρχει τύχη
3. (για πράγματα) συμβαίνω τυχαία
4. φρ. «αὐτοματιζούσης τῆς φύσεως» — της φύσης που ενεργεί αυτόματα.