Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αυτόπτης

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

ο (AM αὐτόπτης, ο, θηλ. αὐτόπτις, η)
αυτός που είδε κάτι με τα ίδια του τα μάτια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτ-(ο)- + -οπτης < οπ-, όπωπα (παρακμ. του ορώ) (πρβλ. επόπτης, υπερόπτης)].