Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αφαίρεση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν → Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM ἀφαίρεσις)
1. η απόσπαση, ο αποχωρισμός ενός μέρους από ένα σύνολο
2. η αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης
3. η αντίστροφη πράξη της πρόσθεσης στα μαθηματικά
4. η νοητική διαδικασία με την οποία αφήνονται καταμέρος ατομικά χαρακτηριστικά των πραγμάτων και μένουν τελικά τα κοινά στοιχεία που προσδιορίζουν τη φύση ενός αριθμού πραγμάτων
νεοελλ.
υπεξαίρεση χρημάτων
αρχ.-μσν.
αποκοπή μέλους του σώματος
μσν.
(για τον ήλιο) έκλειψη
αρχ.
αγωγή για αναγνώριση της ελευθερίας κάποιου που θεωρείται δούλος.