Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αφετηρία

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ → What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761

Greek Monolingual

η (Α ἀφετήριος, -α, -ον) αφετήρ
το θηλ. ως ουσ. η γραμμή από την οποία ξεκινούν οι δρομείς
νεοελλ.
1. το σημείο από το οποίο ξεκινούν λεωφορεία και άλλα μεταφορικά μέσα
2. αρχή, ξεκίνημα
αρχ.
1. ο κατάλληλος να εκσφενδονίζει αντικείμενα
2. «ἀφετήριοι Διόσκουροι» — τα αγάλματα των Διοσκούρων που στόλιζαν το στάδιο
3. το ουδ. ως ουσ. το ἀφετήριον
έξοδος, στόμιο λιμανιού.