Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰνόθρυπτος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι → Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek (Liddell-Scott)

αἰνόθρυπτος: -ον, = ὁ δεινῶς ἐκνενευρισμένος, τρυφηλός, ὀκνηρός, Θέοκρ. 15. 27.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
terriblement mou, efféminé.
Étymologie: αἰνός, θρύπτω.

Greek Monotonic

αἰνόθρυπτος: -ον (θρύπτω), ελεεινά αποχαυνωμένος, τρυφηλός, οκνηρός, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

αἰνόθρυπτος: крайне изнеженный (Theocr. - v. l. ἀνιόδρυπτος).

Middle Liddell

θρύπτω
sadly enervated, Theocr.