Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αἰτίᾱμα Medium diacritics: αἰτίαμα Low diacritics: αιτίαμα Capitals: ΑΙΤΙΑΜΑ
Transliteration A: aitíama Transliteration B: aitiama Transliteration C: aitiama Beta Code: ai)ti/ama

English (LSJ)

ατος, τό, A charge, accusation, λαβεῖν ἐπ' αἰτιάματί τινα A.Pr.196, cf. 257, Th.5.72.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

αἰτίαμα: -ατος, τό, κατηγορία, ἀπόδοσις ἐνοχῆς, λαβεῖν ἐπ’ αἰτιάματί τινα, Αἰσχύλ. Πρ. 194· τοιοῖσδε δή σε Ζεὺς ἐπ’ αἰτιάμασιν αἰκίζεται, αὐτόθι 255· πρβλ. Θουκ. 5. 72.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
sujet d’accusation, grief.
Étymologie: αἰτιάομαι.

Spanish (DGE)

(αἰτίᾱμα) -ματος, τό
acusación ποίῳ λαβών σε Ζεὺς ἐπ' αἰτιάματι por qué delito cogiéndote Zeus ... ? A.Pr.194, διὰ τοῦτο τὸ αἰ. φεύγειν Th.5.72, τὸ αἰτίαμα τὸ τῆς ἐπιβολῆς ἐκφυγών D.C.78.41.3, τἀμὰ καὶ τὰ σ' αἰ. acusaciones por parte tuya y mía E.Tr.918, c. gen. obj. Οὐολούσχων Plu.Cor.31, c. compl. prep. πρὸς Μεσσάλαν D.C.79.5.3, παρὰ τῶν ἐμφρόνων D.C.78.13.1, τὸ περὶ Φρύνης αἰτίαμα Plu.2.401b.

English (Abbott-Smith)

αἰτίαμα, -τος, τό, v.s. αἰτίωμα.

English (Strong)

from a derivative of αἰτία; a thing charged: complaint.

English (Thayer)

(αἰτίωμα) (τος, τό (αἰτιάομαι); in G L T Tr WH for Rec. αἰτίαμα: accusation, charge of guilt. (A form not found in other writings; (yet Meyer notes αἰτίωσις for αἰτίασις, Eustathius, p. 1422,21; see Buttmann, 73; WH's Appendix, p. 166).)

Greek Monolingual

αἰτίαμα, το (AM) αἰτιῶμαι
κατηγορία, απόδοση ενοχής.

Greek Monotonic

αἰτίᾱμα: -ατος, τό, κατηγορία, απόδοση ενοχής· λαβεῖν ἐπ' αἰτιάματί τινα, σε Αισχύλ.· τοιοῖσδε ἐπ' αἰτιάμασιν, με τέτοιες κατηγορίες, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

αἰτίᾱμα: ατος τό обвинение Aesch., Eur., Thuc., Plut.

Middle Liddell

[from αἰτιάομαι
a charge, guilt imputed, λαβεῖν ἐπ' αἰτιάματί τινα Aesch.; τοιοῖσδε ἐπ' αἰτιάμασιν on such charges, Aesch.


原文音譯:a„t⋯ama 埃提阿馬
字義溯源:加罪於某事,控告,控訴;源自(αἰτία)=原因);而 (αἰτία)出自(αἰτέω)*=問)
1) 控告(1) 徒25:7

English (Woodhouse)

αἰτίαμα = accusation

⇢ Look up "αἰτίαμα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)