Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτογνώμων

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτογνώμων Medium diacritics: αὐτογνώμων Low diacritics: αυτογνώμων Capitals: ΑΥΤΟΓΝΩΜΩΝ
Transliteration A: autognṓmōn Transliteration B: autognōmōn Transliteration C: aftognomon Beta Code: au)tognw/mwn

English (LSJ)

ον, gen. ονος, A on one's own judgement, at one's own discretion, κρίνειν αὐ., opp. κατὰ γράμματα, Arist.Pol.1270b29, cf. 1272a39. Adv.-όνως Plu.Demetr.6: —hence Subst. αὐτο-οσύνη, ἡ, Zonar.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 396] ον (γνώμη), nach eigenem Willen handelnd, nach eigenem Urtheil entscheidend, κρίνειν, entgeggstzt κατὰ γράμματα, nach geschriebenen Gesetzen, Arist. Pol. 2, 7; eigenmächtig, ἐπανόρθωσις Dion. Hal. 5, 73. – Adv., Plut. Demetr. 6.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτογνώμων: -ον, γεν. ονος, ὁ πράττων ἢ ἀποφασίζων τι αὐτογνωμόνως χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει μήτε τοὺς νόμους μήτε τὴν γνώμην ἄλλου, ἔτι δὲ καὶ τῶν κρίσεων εἰσὶ μεγάλων κύριοι οἱ τυχόντες· διόπερ οὐκ αὐτογνώμονας βέλτιον κρίνειν, ἀλλὰ κατὰ τὰ γράμματα καὶ τοὺς νόμους Ἀριστ. Πολ. 2. 9, 23· αὐτ. ἄρχειν, ἀπολύτως ἄρχειν, αὐτόθι 2. 10, 11. Ἐπίρρ. -όνως Πλουτ. Δημήτρ. 6. - Ἐντεῦθεν οὐσιαστ. αὐτογνωμοσύνη, ἡ, Ζωναρ. Λεξ. σ. 1371.

French (Bailly abrégé)

ων, ον ; gén. ονος;
qui agit d’après sa propre détermination, en décidant par soi-même.
Étymologie: αὐτός, γνωμή.

Spanish (DGE)

-ον
1 que obra según su propio juicio, que decide a su discreción αὐτογνώμονας κρίνειν op. κατὰ γράμματα Arist.Pol.1270a29, αὐτογνώμονας ἄρχειν ejercer un gobierno absoluto Arist.Pol.1272b39, cf. Them.Or.13.171d, ὅπως ἂν αὐτογνώμων ἡ δωρεὰ νομισθῇ Them.Or.34.462.
2 adv. -όνως obrando por propia decisión οὐ μὴν αὐ. ταῦτ' ἔπραξεν Plu.Demetr.6.

Greek Monolingual

αὐτογνώμων, -ον (AM)
μσν.
αυτός που εμμένει στη δική του γνώμη, ο ισχυρογνώμονας
αρχ.
αυτός που ενεργεί κατά τη δική του κρίση ή βούληση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο- + γνώμη (πρβλ. αγνώμων, ετερογνώμων, ομογνώμων κ.ά.)].

Greek Monotonic

αὐτογνώμων: -ον, γεν. -όνος, αυτός που ενεργεί σύμφωνα με την κρίση του, αυτός που ενεργεί σύμφωνα με τη δική του λογική, σε Αριστ.· επίρρ. -όνως, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτογνώμων: 2, gen. ονος действующий по личному усмотрению, самовластный (αὐτογνώμονας κρίνειν Arst.).

Middle Liddell


on one's own judgment, at one's own discretion, Arist.: adv. -όνως, Plut.