Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτοδάϊκτος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτοδάϊκτος Medium diacritics: αὐτοδάϊκτος Low diacritics: αυτοδάϊκτος Capitals: ΑΥΤΟΔΑΪΚΤΟΣ
Transliteration A: autodáïktos Transliteration B: autodaiktos Transliteration C: aftodaiktos Beta Code: au)toda/i+ktos

English (LSJ)

[ᾰ], ον, A self-slain, AP9.293 (Phil.), Opp.H. 2.349; mutually slain, A.Th.735 (lyr.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 397] von sich selbst gemordet, Aesch. Sept. 717 u. Sp., z. B. Opp. H. 2, 349.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοδάϊκτος: -ον, αὐτοφόνευτος, Αἰσχύλ. Θήβ. 735, Ὀππ. Ἁλ. 2. 349.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui se déchire de ses propres mains.
Étymologie: αὐτός, δαΐζω.

Spanish (DGE)

-ον
muerto por sí mismo del fratricida, A.Th.735, δέμας AP 9.293, Μενοικεύς Nonn.D.23.72
de la murena, Opp.H.2.349.

Greek Monolingual

αὐτοδάϊκτος, -ον (Α)
1. αυτός που σκοτώθηκε μόνος του, που αυτοκτόνησε
2. πληθ. αυτοί που αλληλοσκοτώθηκαν.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο- + -δαϊκτος < δαΐζω «σκοτώνω» (πρβλ. ανδροδάϊκτος, λουτροδάϊκτος κ.ά.)].

Greek Monotonic

αὐτοδάϊκτος: [ᾰ],-ον (δαΐζω), αυτός που αυτοκτόνησε ή φονεύτηκε αμοιβαία, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτοδάϊκτος: сам себя разрывающий или прокалывающий (δέμας Anth.): ἐπειδὰν αὐτοδάϊκτοι θάνωσι Aesch. когда (сыновья Эдипа) убьют друг друга.