Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτοκάβδαλος

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτοκάβδᾰλος Medium diacritics: αὐτοκάβδαλος Low diacritics: αυτοκάβδαλος Capitals: ΑΥΤΟΚΑΒΔΑΛΟΣ
Transliteration A: autokábdalos Transliteration B: autokabdalos Transliteration C: aftokavdalos Beta Code: au)toka/bdalos

English (LSJ)

ον, A done carelessly, slovenly, Arist. Rh.1415b38; αὐ. σκάφος a bark built offhand, Lyc.745. Adv. -λως extempore, περὶ εὐόγκων λέγειν Arist.Rh.1408a12. II αὐτοκάβδαλοι, οἱ, buffoons, improvisers, Eup.2co, Semus 20, Luc.Lex.10.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 397] σκάφος Lycophr. 745, ein kleines, leicht gebautes, aus dem Stegereif gebautes Schiff; E. M. αὐτοσχέδιον, τὸ εἰκῆ καὶ ὡσαύτως, καὶ αὐτουργὸν γεγονός· κυρίως δὲ ἡ λέξις ἐπὶ τῶν ἀλφίτων λέγεται· τό ὡς ἔτυχε φυραθὲν ἄλευρον; Tzetz. τὰ ῥυπαρὰ καὶ μὴ ἀληλεσμένα ἄλευρα; vgl. κάβος; eigtl. hausbacken; περὶ εὐόγκων αὐτοκαβδάλως λέγειν, über wichtige Dinge leichtfertig u. in gemeinen Ausdrücken reden, Ggstz περὶ εὐτελῶν σεμνῶς Arist. rhet. 3, 7, wo 4 codd. αὐτοκιβδήλως haben, einer am Rande αὐτοκαυδάλως, welche v. l. auch im Lycophr. sich findet, neben αὐτοκάνδαλος. Bei Ath. XIV, 622 b οἱ αὐτοκάβδαλοι καλούμενοι ἐστεφανωμένοι κιττῷ σχέδην ἐπέραινον ῥήσεις, also eine Art Possenreißer aus dem Stegereif. Bei Luc. Lexiph. 10 geziert etymologisirt; Einer, der sich sein Brot selbst auf den Ringplatz trägt. – B. A. 467 ist aus Eupol. αὐτοκάρδαλον angeführt, was mit Runkel auch in αὐτοκάβδαλον zu ändern.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοκάβδαλος: -ον, εἰργασμένος ἢ πεπραγμένος ἀμελῶς, νωθρῶς, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἐπί τε προσώπων καὶ πραγμ., Ἀριστ. Ρητ. 3. 14, 11· περὶ εὐόγκων αὐτοκαβδάλως λέγειν, ὁμιλεῖν εἰκῇ καὶ ἀλογίστως ἐπὶ σπουδαίων ὑποθέσεων, αὐτόθι 3. 7, 2· αὐτοκάβδαλον σκάφος, προχείρως ναυπηγηθέν, «αὐτοκατασκεύαστον» (Σχόλ.) Λυκόφρ. 745. ΙΙ. Αὐτοκάβδαλοι, ἦσαν εἶδος ὑποκριτῶν βωμολόχων ἀπαγγελόντων αὐτοσχέδια καὶ ἀνάξια λόγου ποιήματα, «Σῆμος δ’ ὁ Δήλιος ἐν τῷ περὶ παιάνων, οἱ αὐτοκάβδαλοι, φησί, καλούμενοι ἐστεφανωμένοι κιττῷ σχέδην ἐπαίρενον ῥήσεις. Ὕστερον δὲ ἴαμβοι ὠνομάσθησαν αὐτοί τε καὶ τὰ ποιήματα αὐτῶν» Ἀθήν. 622Β, πρβλ. Εὔπολ. ἐν «Μαρικᾷ» 16, Λουκ. Λεξιφ. 10. (Ἡ παραγωγὴ τῆς λέξεως κάβδαλος εἶναι ἄγνωστος, ἴδε Λοβ. Παθολ. 94).

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
fait à la hâte, grossier, sans art.
Étymologie: αὐτός, pê κάβος.

Spanish (DGE)

(αὐτοκάβδᾰλος) -ον

• Alolema(s): αὐτοκάρδ- Eup.192.195; αὐτοκαυ- Anon.in Rh.236.4
I improvisado σκάφος Lyc.745, λόγος Anon.l.c.
de lo que es natural y sin artificio Sch.Lyc.745, EM 173.53G.
II subst.
1 οἱ αὐτοκάβδαλοι en fiestas cómico burlescas improvisadores de poemas burlescos Semus 24, Luc.Lex.10, n. dado a las máscaras de ciertos cortejos carnavalescos, Ath.621f.
2 τὰ αὐτοκάβδαλα discursos improvisados Arist.Rh.1415b39
poemas improvisados, espontáneos Hsch.
3 τὰ αὐτοκάβδαλα granos de cereal groseramente molidos, farro Eup.l.c., Sch.Lyc.745, EM 173.54G.
III adv. -ως descuidada, improvisadamente περὶ εὐόγκων αὐ. λέγειν Arist.Rh.1408a12.

Greek Monolingual

αὐτοκάβδαλος, -ον (Α)
1. αυτός που έγινε πρόχειρα ή απρόσεκτα
2. (πληθ. αρσ. ως ουσ.) οἱ αὐτοκάβδαλοι
βωμολόχοι ηθοποιοί που απαγγέλλουν αυτοσχεδιάζοντας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας].

Greek Monotonic

αὐτοκάβδᾰλος: -ον, αυτός που έχει γίνει απρόσεκτα, ατημέλητα, τυχαία, σε Αριστ.· επίρρ. -λως, στον ίδ. (άγν. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

αὐτοκάβδᾰλος:
1) сделанный наспех, кое-как Arst.;
2) предполож. сам приносящий с собой свой хлеб, т. е. бедствующий, нищий Luc.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: done carelessly, ex-tempore (Arist.); subst. pl. buffoons, improvisors (Eup.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Fur. 316 compares καυαλός μωρολόγος (not with Latte to Lyd. καύης priest), with βδ\/β\/F; the group -βδ- is rather of substr. origin. I think the word is cognate with κόβαλος etc. (Kuiper Gedenkschrift Kretschmer 215), Fur. 237. Diff. Durante, RiLi 1, 249.

Middle Liddell

[Deriv. unknown.]
wrought or done carelessly, slovenly, random, Arist.:—adv. -λως, Arist.