Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτολήκυθος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτολήκῠθος Medium diacritics: αὐτολήκυθος Low diacritics: αυτολήκυθος Capitals: ΑΥΤΟΛΗΚΥΘΟΣ
Transliteration A: autolḗkythos Transliteration B: autolēkythos Transliteration C: aftolikythos Beta Code: au)tolh/kuqos

English (LSJ)

ὁ, A one who carries his own oil-flask, one who has no slave to do so: hence, wretchedly poor, Antiph.16, Men.105; αὐ., οἱ, 'the Beggars', name of a club, D.54.14. II flatterer, parasite, Luc.Lex.10, Plu.2.50c.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 398] ὁ, wer sich aus Armuth od. Geiz die Oelflasche selbst auf den Ringplatz trägt, Luc. Lexiph. 10; als Spottname Dem. 54, 14, wo Harpocr. wie B. A. p. 465 so verschiedene Erkl. geben, daß man sieht, es war nie recht im Gebrauch; bei Plut. ad. et am. discr. 5 ein Schmarotzer, s. Mein. Men. 41.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτολήκῠθος: -ον, ὁ, «ὁ πένης, ἀπὸ τοῦ ἑαυτῷ τὰς ληκύθους φέρειν εἰς τὰ βαλανεῖα. οἱ δ’ ἄσωτος, παρὰ τὸ τὰς συμβολὰς ἐν ταῖς ληκύθοις ἔχειν καὶ φέρειν εἰς τὰ συμπόσια» Α. Β. 204, 27· -κατὰ δὲ Ἁρποκρ. «αὐτολήκυθοι: Δημοσθένης κατὰ Κόνωνος (1261. 17)· ἤτοι ἀντὶ τοῦ εὐζώνους τινὰς καὶ ἐτοίμους πᾶν ὁτιοῦν ποιεῖν καὶ ὑπομένειν, ἤ ἀντὶ τοῦ πένητας καὶ μηδὲν ἄλλο κεκτημένους ἤ ληκύθους, ἤ αὐτουργούς, ἤ ἀντὶ τοῦ εἰς πληγὰς ἑτοίμους καὶ οἷον τύπτοντας καὶ μαστιγοῦντας καὶ ὑβρίζοντας. ἤ λέγοι ἂν τοὺς ἐκ προχείρου δίδοντας ἀργύριον καὶ ἑτοίμους πρὸς τὰς μίξεις· καὶ γὰρ εἶχον ἐν ταῖς ληκύθοις ἀργύριον· τὸ ὄνομα καὶ παρὰ Μενάνδρῳ ἔν τε Ἡνιόχῳ καὶ Δακτυλίῳ. ὅτι δὲ εἶχον ἐν ταῖς ληκύθοις ἀργύριον ἐνίοτε, Δίφιλος τῷ Ἀποβάτῃ· ὅτι δὲ λύσαντες τὴν λήκυθον ἐχρῶντο τῷ ἱμάντι πρὸς τὸ μαστιγοῦν, Μένανδρος Τροφωνίῳ». Πρβλ. Ἀντιφάν. ἐν «Ἀθάμαντι» 1 (Πολυδ. Ι΄, 62). ΙΙ. κόλαξ, παράσιτος, Λουκ. Λεξιφ. 10, Πλούτ. 2. 50C, ἔνθα ἴδε Οὐϋττεμβάχ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui apporte lui-même sa burette d’huile, d’où
1 pauvre, gueux;
2 parasite.
Étymologie: αὐτός, λήκυθος.

Spanish (DGE)

(αὐτολήκῠθος) -ον
1 que por todo tener tiene un lecito o que tiene que llevar su propio lecito sinón. de pobre Antiph.16, Hsch., de los parásitos en los banquetes, Luc.Lex.10, Plu.2.50c.
2 que es todo lecito sinón. de derrochador, juerguista de los miembros de un grupo juvenil, D.54.14, 16, cf. Men.Fr.91, Harp.

Greek Monolingual

αὐτολήκυθος, ο (Α)
1. αυτός που μεταφέρει μόνος του τη λήκυθο, που δεν έχει δούλο
2. συνεκδ. υπερβολικά φτωχός, άθλιος
3. κόλακας, παράσιτο.

Greek Monotonic

αὐτολήκῠθος: ὁ, αυτός που μεταφέρει το δικό του λαδικό στην παλαίστρα, παράσιτος σύντροφος, απατεώνας, αγύρτης, φτωχός, ψωριάρης, ελεεινός, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτολήκῠθος: ὁ сам приносящий с собой сосуд с маслом, т. е. бедняк Dem., Plut., Luc.

Middle Liddell


one who carries his own oil-flask, a shabby fellow, Dem.