Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτοματίζω

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτομᾰτίζω Medium diacritics: αὐτοματίζω Low diacritics: αυτοματίζω Capitals: ΑΥΤΟΜΑΤΙΖΩ
Transliteration A: automatízō Transliteration B: automatizō Transliteration C: aftomatizo Beta Code: au)tomati/zw

English (LSJ)

A act of oneself, act offhand or unadvisedly, X.Cyr.4.5.21:—Pass., to be done spontaneously or at random, Plu.Ages.23, Procl. in Ti.1.297 D.; but ηὐτοματισμένη παράδοσις haphazard, Id.Hyp.7.35. Adv. ηὐτοματισμένως Id.in Prm. p.650S. 2 introduce the agency of chance, of Anaxagoras, Simp. in Ph.327.27. 3 of things, happen of themselves, casually, Hp. Acut. (Sp.) 33; φήμη D.S.16.92:—Pass., to be self-produced, Ph.1.441. 4 of natural agencies, act spontaneously, ὥσπερ αὐτοματιζούσης τῆς φύσεως Arist.GA715b27, cf. D.H.Comp.20.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 398] aus eigenem Antrieb etwas thun, ohne Befehl, Plut. reip. ger. pr. 13 M.; nach Möris att. für ἀφ' ἑαυτῶν τι πράττειν; tadelnd, unbedacht handeln, Xen. Cyr. 4, 5, 21; Dion. Hal. C. V. 20 ἡ αὐτοματί. ζουσα φύσις der τέχνη entgegengesetzt; zufällig sein, Sp., z. B. ἡ αὐτοματίζουσα φήμη, zufällige Aeußerung, D. S. 16, 92.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοματίζω: μέλλ. -ίσω, πράττω τι αὐτομάτως, προχείρως ἤ ἀλογίστως, Ξεν. Κύρ. 4. 5, 21· εἰσάγω τὴν ἐνέργειαν τῆς τύχης ὡς ὑπάρχουσαν, περὶ τοῦ Ἀναξαγόρου, Σιμπλίκ. εἰς Ἀριστ. Φυσ. σ. 73. 2) ἐπὶ πραγμάτων συμβαινόντων τυχαίως, ἀφ’ ἑαυτῶν, Ἱππ. 402. 36· φήμη Διόδ. 16. 92. 3) ἐπὶ φυσικῶν ἐνεργειῶν, ἐνεργῶ ἐξ ἐμαυτοῦ, αὐτομάτως, ὥσπερ αὐτοματιζούσης τῆς φύσεως Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 1. 1, 11.

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et ao. ηὐτομάτισα;
1 faire qch spontanément, de son propre mouvement;
2 en mauv. part agir d’instinct, sans réflexion, au hasard.
Étymologie: αὐτόματος.

Spanish (DGE)

I 1intr. actuar por propia iniciativa de pers., X.Cyr.4.5.21
de agentes naturales actuar espontáneamente Arist.GA 715b27, φύσις D.H.Comp.20.15, ἀδύνατον αὐτοματίσαι τὸ ὕδωρ Hero Dioptr.6 (p.212)
sobrevenir o producirse espontáneamente ref. a los síntomas en una enfermedad, Hp.Acut.(Sp.) 33, cf. Plu.Ages.23, Procl.in Ti.1.297, de la fama, D.S.16.92.
2 tr. profetizar espontáneamente Ἀπόλλων αὐτομάτιξεν B[άτ] τῳ ... ἀποι[κίξαι] Κυράναν SEG 9.3.24 (Cirene IV a.C.), cf. Aristid.Or.28.103, en v. pas. τὸ ὑπὸ τοῦ θεοῦ αὐτοματισθὲν ... ἔπος Sch.E.Andr.445.
II 1introducir el factor azar de Anaxágoras, Simp.in Ph.327.27.
2 part. perf. pas. como adv. ηὐτοματισμένως por azar, por casualidad παράγειν ... ηὐ. Procl.in Prm.837.

Greek Monolingual

αὐτοματίζω (Α) αυτόματος
1. ενεργώ πρόχειρα ή απερίσκεπτα
2. παραδέχομαι ότι υπάρχει τύχη
3. (για πράγματα) συμβαίνω τυχαία
4. φρ. «αὐτοματιζούσης τῆς φύσεως» — της φύσης που ενεργεί αυτόματα.

Greek Monotonic

αὐτοματίζω: μέλ. -ίσω, ενεργώ από μόνος μου, ενεργώ χωρίς να συμβουλεύομαι κανένα, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

αὐτομᾰτίζω:
1) действовать по собственному побуждению, поступать по своей воле Arst., Plut.; pass. (об обстоятельствах) происходить своим путем, самопроизвольно складываться Plut.;
2) поступать самовольно Xen.;
3) возникать невольно или случайно (ἡ αὐτοματίζουσα φήμη Diod.): οἱ αὐτοματίζοντες καρποί Diod. дикорастущие плоды.

Middle Liddell

[From αὐτόματος
to act of oneself, act unadvisedly, Xen.