Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτοποιητικός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτοποιητικός Medium diacritics: αὐτοποιητικός Low diacritics: αυτοποιητικός Capitals: ΑΥΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: autopoiētikós Transliteration B: autopoiētikos Transliteration C: aftopoiitikos Beta Code: au)topoihtiko/s

English (LSJ)

ή, όν, opp. εἰδωλοποιϊκός, A making not a copy, but the thing itself, Pl.Sph. 266a.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 399] die Sache selbst machend, od. darstellend, Ggstz εἰδωλοποιητικός Plat. Soph. 266 a.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοποιητικός: -ή, -όν, ἀντίθετον τῷ εἰδωλοποιϊκός, ποιῶν οὐχὶ εἰκόνα πράγματός τινος ἀλλ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, Πλάτ. Σοφ. 266Α.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
que crea las cosas reales del demiurgo, op. εἰδωλοποιϊκός que crea copias Pl.Sph.266a.

Greek Monolingual

αὐτοποιητικός, -ή, -όν (Α)
αυτός που κάνει όχι το αντίγραφο ή την εικόνα ενός πράγματος, αλλά το ίδιο το πράγμα.

Russian (Dvoretsky)

αὐτοποιητικός: создающий подлинные вещи Plat.