Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτούργημα

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτούργημα Medium diacritics: αὐτούργημα Low diacritics: αυτούργημα Capitals: ΑΥΤΟΥΡΓΗΜΑ
Transliteration A: autoúrgēma Transliteration B: autourgēma Transliteration C: aftoyrgima Beta Code: au)tou/rghma

English (LSJ)

ατος, τό, A a piece of one's own work, D.Chr.12.57: pl., ἴδια αὐ. PMasp.244 (vi A. D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 403] τό, eigene That, Iustin. Mart.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτούργημα: -ατος, τό, ἔργον τῶν ἰδίων χειρῶν τινος, Δίωνι Χρ. 1. 403. 2) ἀγροκήπιον, ὑποστατικόν, τὰ γονικὰ αὐτουργήματα Βίος Θεοδ. Στουδ., ἴδε Δουκάγγ.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
obra que hace uno mismo, con trabajo propio D.Chr.12.57
realización propia, Nag Hammadi 143b.9 (IV d.C.)
propiedad trabajada por uno mismo, PMasp.244 (VI d.C.).

Greek Monolingual

αὐτούργημα, το (AM) αυτουργώ
μσν.
η κτηματική περιουσία
αρχ.
η πράξη που έχει γίνει από κάποιον, έργο των ίδιων των χεριών κάποιου.