Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτόδικος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτόδῐκος Medium diacritics: αὐτόδικος Low diacritics: αυτόδικος Capitals: ΑΥΤΟΔΙΚΟΣ
Transliteration A: autódikos Transliteration B: autodikos Transliteration C: aftodikos Beta Code: au)to/dikos

English (LSJ)

ον, A with independent jurisdiction, with one's own courts, Th.5.18, J.AJ19.2.2, GDI4985 (Gortyn).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

αὐτόδῐκος: -ον, «αὐτόδικοι οἱ ἑαυτοῖς δικασταῖ χρώμενοι, καὶ οὐκ ἀλλαχόθεν παραγινομένοις» (Ἡσύχ.)· καὶ Δελφοὺς αὐτονόμους εἶναι καὶ αὐτοτελεῖς καὶ αὐτοδίκους, καὶ αὑτῶν, καὶ τῆς γῆς τῆς ἑαυτῶν, κατὰ τὰ πάτρια Θουκυδ. 5. 18, Ἰωσήπ. Ἀρχ. Ἰ. 19. 2, 2.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui a sa juridiction propre, indépendant.
Étymologie: αὐτός, δίκη.

Spanish (DGE)

-ον
que tiene jurisdicción independiente, junto a αὐτόνομος Th.5.18, ICr.4.80.1, 184.5 (ambas Gortina), πατρίς I.AI 19.168, junto a αὐτοτελής D.C.52.33.1.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α αὐτόδικος, -ον)
νεοελλ.
αυτός που διαπράττει αυτοδικία
αρχ.
(για πόλεις ή περιοχές) εκείνος που έχει δικό του δίκαιο, δικιά του νομοθεσία.

Greek Monotonic

αὐτόδῐκος: -ον (δίκη), αυτός που έχει ανεξάρτητη δικαιοδοσία, που έχει τους δικούς του νόμους, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

αὐτόδῐκος: имеющий собственный суд (Δελφοὶ αὐτόνομοι καὶ αὐτόδικοι Thuc.).

Middle Liddell

δίκη
with independent jurisdiction, with one's own law-courts, Thuc.