Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βακτηρία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: βακτηρία Medium diacritics: βακτηρία Low diacritics: βακτηρία Capitals: ΒΑΚΤΗΡΙΑ
Transliteration A: baktēría Transliteration B: baktēria Transliteration C: vaktiria Beta Code: bakthri/a

English (LSJ)

ἡ, A staff, cane, Ar.Ach.682, Th.8.84, Lys.24.12, X.Eq.11.4, etc.; συκίνη βακτηρία = συκίνη ἐπικουρία (q.v.), Alciphr.1.39, Macar.7.83. II wand, as a badge of office, carried by δικασταί, D.18.210; ὁ λαβὼν τὴν βακτηρίαν βαδίζει εἰς τὸ δικαστήριον τὸ ὁμόχρων τῇ βακτηρίᾳ = he takes the staff and goes to the court of the same colour as his staff Arist.Ath.65.2. (Cf. Lat. baculum, imbecillus, OIr. bacc 'crook, curved stick'.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 427] ἡ, Stock, Stütze, Ar. Ach. 784; Fhuc. 8, 84; Xen. Hell. 6, 2, 19 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

βακτηρία: ἡ, = βάκτρον, ῥάβδος, Ἀριστοφ. Ἀχ. 682, Θουκ. 8. 24, Ξεν. ΙΙ. ἡ ῥάβδος, ὡς σημεῖον ἀρχῆς, ἣν ἔφερον οἱ δικασταί, Δημ. 293. 6· ὁ λαβὼν τὴν β. βαδίζει εἰς τὸ δικαστήριον τὸ ὁμόχρουν τῇ β. Ἀριστ. (Ἀποσπ. 420), Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Πλ. 277, πρβλ. 973· - τύπος τις βακτηρίς, ίδος, ἡ, εἶνε πιθ. γραφ. ἀντὶ τοῦ ἀκτηρίς, Ἀχαι. παρὰ Πολυδ. 10. 157.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 bâton pour la marche;
2 bâton, insigne de juge.
Étymologie: cf. βάκτρον.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
• Alolema(s): -ίη Hippon.8
bastón, vara τῇ βακτηρίῃ κόψαι Hippon.l.c., cf. Ar.Ach.682, Nu.541, Au.1629, Ec.150, 546, Th.8.84, X.An.2.3.11, 4.7.18, HG 6.2.19, Eq.11.4, Lys.24.12, IG 13.476.176 (V a.C.), D.37.52, Pl.Prt.310a, Hp.Ma.292a, Thphr.CP 6.18.9, Men.Sam.577, ἀμπελίνη βακτηρία Plb.29.27.5, νεανίσκος ... τῇ βακτηρίᾳ πατάξας Plu.Lyc.11, Sol.29, Them.11, Pyrrh.34.8, Lys.15, 2.147a, 182d, Plot.4.5.4, como atributo característico de los filósofos, Ephipp.14.11, Nil.M.79.720A
tb. como distintivo de los jueces, Ar.V.33, D.18.210, Arist.Ath.65.2, Sud., y gener., como símbolo de autoridad, LXX 1Re.17.40, Ps.22.4, Gr.Naz.M.36.649B, Thdt.M.80.1028B
fig. συκίνη β. bastón de higuera prov. por una ayuda inútil, Alciphr.4.14.2, Macar.7.83, τοῦ γήρως τοὐμοῦ βακτηρίαν ἔσεσθαι προσδοκῶν esperando que sería el báculo de mi vejez Hld.1.13.1.

Greek Monolingual

βακτηρία, η (AM)
ραβδί, μπαστούνι
μσν.
στήριγμα, βοήθεια
αρχ.
το ραβδί των δικαστών, έμβλημα του αξιώματός τους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βακτηρία προέρχεται πιθ. από βακτήρ, υποθ. τ. παράλληλος προς το βάκτρον (πρβλ. αροτήρ, άροτρον). Βάση αυτών των λέξεων πρέπει να είναι ένα ρ. βάκω, αόρ. έβακον «βαρύνω, καταβάλλομαι», που απαντά στη μτχ. βακόν «πεσόν» (Ησύχ.). Συνδέονται επίσης με λατ. baculum «ραβδί», από το οποίο προήλθε το ελλ. βάκλον, αρχ. ιρλ. bacc «αγκίστρι, ποιμαντορική ράβδος» κ.ά.].

Greek Monotonic

βακτηρία: ἡ= βάκτρον, ράβδος, κοντάρι, μπαστούνι, σε Αριστοφ., Θουκ.· ράβδος, την οποία κρατούσαν ως σύμβολο εξουσίας οι δικαστές, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

βακτηρία:
1) палка, посох Thuc., Arph., Xen., Plut.;
2) судейский жезл Dem., Arph.

Frisk Etymological English

βάκτρον
Grammatical information: f.
Meaning: staff, stick, scepter (as symbol of judges) (Ar.).
Other forms: Also βακτήριον (Ar.), βακτηρίδιον (H.), βακτηρίς, -ίδος f. (Achae. [?]). Cf. βάκτρον n. stick, cudgel (A.).
Dialectal forms: Cypr. pakara LSJ Supp.
Derivatives: βακτρεύω prop (arg. metr. in S. OC), βάκτρευμα (E.; βακτηρεύω (Suid.) influenced by βακτηρία.
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Eur.
Etymology: βακτηρία looks like an abstract formation from *βακτήρ, with βάκτρον like ἀροτήρ beside ἄροτρον. One compares βάκται ἰσχυροί H. (doubtful) and βακόν (improbable). - To Lat. baculum staff, stick, from *bak-tlo-m (but s. Pisani REIE 3, 53); from baculum again βάκλον stick, cudgel (Aesop.); also OIr. bacc hook, crook etc. Pok. 93 gives other, quite doubtful, forms. A loanword; from Europe?

Middle Liddell

= βάκτρον,]
a staff, cane, Ar., Thuc.: borne as a badge of office by the δικασταί, Dem.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βακτηρία -ας, ἡ stok, staf.

Frisk Etymology German

βακτηρία: {baktēría}
Forms: Daneben die vereinzelt belegten βακτήριον (Ar., Men.), βακτηρίδιον (H.), βακτηρίς, -ίδος f. (Achae. [?]). — Eine andere Bildung ist βάκτρον n. Stock, Knüppel (A. und E. in lyr., Theok.).
Grammar: f.
Meaning: ‘Stab, Stock, Szepter (als Wahrzeichen der Richter)’ (att., Arist. usw.).
Derivative: Davon βακτρεύω stützen (Arg. metr. in S. OC) mit βάκτρευμα (E. Ph. 1539 [lyr.]), falls nicht direkt von βάκτρον, vgl. Chantraine Formation 186f. — βακτηρεύω (Suid.) ist von βακτηρία beeinflußt.
Etymology : βακτηρία ist eigentlich eine Abstraktbildung von *βακτήρ, das neben βάκτρον steht wie ἀροτήρ neben ἄροτρον. Eine andere Ableitung desselben Wurzelelementes ist in βάκται· ἰσχυροί H. vermutet worden. Das zugrundeliegende Verb vielleicht im Partizip βακόν, s. d. — Aus dem Latein gehört hierher baculum Stab, Stock, wohl aus *bak-tlo-m (anders Pisani REIE 3, 53: aus *ba-tlo-m durch osk.-umbr. Vermittlung); aus baculum wiederum als LW βάκλον Stock, Keule (Aesop. u. a.) mit βακλίζω prügeln (Pap.), ebenso (als Rückbildung) air. bacc Haken, Krummstab usw. Dagegen sind die aus dem Germanischen und Baltischen herangezogenen Wörter (s. z. B. Pok. 93) von sehr zweifelhaftem Wert.
Page 1,211-212

English (Woodhouse)

βακτηρία = staff, stick

⇢ Look up "βακτηρία" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)