Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βύρσα

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: βύρσα Medium diacritics: βύρσα Low diacritics: βύρσα Capitals: ΒΥΡΣΑ
Transliteration A: býrsa Transliteration B: byrsa Transliteration C: vyrsa Beta Code: bu/rsa

English (LSJ)

ἡ, A skin stripped off, hide (prop. ox-hide, β. καὶ ἄλλα δέρματα Hdt.3.110), Batr.127, Arist.HA531a11, etc.; βύρσης ὄζειν smell of leather, Ar.Eq.892; βύρσης κτύπος of the drum, E.Ba.513; wineskin, Luc.Lex.6, Aristid.Or.26(14).18. 2 skin of a live animal, Theoc.25.238. 3 in contempt, of the human skin, ἡ κακὴ β. Herod.3.80. 4 screen or perhaps sail, Luc.Nav.4.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 467] ἡ, die abgezogene Haut, Fell, Her. 4, 110, neben δέρμα; Ar. Equ. 104 u. öser; βύρσης ὄζειν 889; vgl. βυρσῶν ὀσμή Pax 737 u. Sp. Bei Theocr. 25, 238. 272 die Haut am Thiere. Bei Luc. Lexiph. 6 Weinschlauch.

Greek (Liddell-Scott)

βύρσα: ἡ, τὸ ἐκδαρέν, ἀφαιρεθὲν δέρμα, δορά, Λατ. corium, Βατραχομ. 127, Ἡρόδ. 3. 110, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 4. 6, 1· βύρσης ὄζω, μυρίζω ἐκ δέρματος, ἔχω ὀσμὴν δέρματος, Ἀριστοφ. Ἱππ. 892 βύρσης κτύπος, τοῦ τυμπάνου, Εὐρ. Βάκχ. 505· ἀσκὸς οἴνου, Λουκ. Λεξιφ. 6. 2) τὸ δέρμα ζῶντος ζῷου, Θεόκρ. 25. 238, 272.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
peau apprêtée, cuir.
Étymologie: DELG t. techn. obscur.

Greek Monolingual

η (AM βύρσα)
νεοελλ.
χοντρό, κατεργασμένο δέρμα για περικάλυψη μηχανημάτων ή εξαρτημάτων που υφίστανται μεγάλη τριβή
(αρχ. -μσν.) δέρμα γδαρμένου ζώου
αρχ.
1. δέρμα ζωντανού λιονταριού
2. ασκί για κρασί
3. (περιφρονητικά για άνθρωπο) τομάρι, παλιοτόμαρο
4. φρ. «βύρσης κτύπος» — ο χτύπος του τυμπάνου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος αβέβαιης ετυμολ. Υποστηρίχθηκε ότι συνδέεται με λατ. buna «πυκνόμαλλο ρούχο», αρχ. ιρλ. barr «φύλλωμα, τρίχωμα, φούντα», μσν. γερμ. Borste «σκληρή τρίχα», ελλ. βειρόν «δασύ»και ανάγεται σε ινδοευρ. bhrs- < bhers-. Κατ' άλλους η λ. βύρσα αποτελεί δάνειο από τα Ιλλυρικά.
ΠΑΡ. αρχ. βυρσεύς, βύρσινος, βυρσώ, βυρσώδης
νεοελλ.
βύρσωμα.
ΣΥΝΘ. αρχ. βυρσαίετος, βυρσοπαγής, βυρσοπαφλαγών, βυρσοποιός, βυρσοπώλης, βυρσοτενής, βυρσότονος
(αρχ. -μσν.) βυρσοδέψης
μσν.
βυρσεργάτης.

Greek Monotonic

βύρσα: ἡ,
1. δέρμα που έχει γδαρθεί, προβιά, σε Βατραχομ., Ηρόδ.· βύρσης ὄζειν, το να μυρίζει κάτι από δέρμα, σε Αριστοφ.· βύρσης κτύπος, χτύπος του ταμπούρλου, του τυμπάνου, σε Ευρ.
2. δέρμα ενός ζωντανού ζώου, σε Θεόκρ. (άγν. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

βύρσα:
1) (содранная) шкура, кожа Batr., Her., Arph., Arst., Plut.;
2) редко шкура (на животном) Theocr.;
3) барабанная шкура, барабан (βύρσης κτύπος Eur.);
4) мех для вина (οἶνος ἀπὸ βύρσης Luc.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: skin, hide (Hdt.).
Compounds: βυρσοδέψης (Ar.).
Derivatives: βυρσίς (H.); βύρσινος of leather (D. C.), βυρσικός id. (Gp.), also used by tanners (Hippiatr., to βυρσεύς), βυρσώδης id. (Gal.). - βυρσεύς tanner (Act. Ap.) for older βυρσοδέψης (Ar.); βυρσεύω tan (H.), βυρσεῖον tan-pit (Sch.). - Denom. βυρσόω cover with skins (Ath. Mech.). - Old only βυρσίνη leather thong (Ar. Eq. 59, 449).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Technical LW [loanword] without etymology; Forbes, Glotta 36 (1958) 271. Prob. Pre-Gr., Fur. 65 etc. (who also sompares ἀμυρτόν ἱμάτιον H.). Several hypotheses mentioned by Frisk III.

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
1. the skin stripped off, a hide, Batr., Hdt.; βύρσης ὄζειν to smell of leather, Ar.: a drum, Eur.
2. the skin of a live animal, Theocr.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βύρσα -ης, ἡ (afgestroopte) runderhuid:; βύρσῃσι καὶ δέρμασι ἄλλοισι runderhuiden en huiden van andere dieren Hdt. 3.110; alg. dierenhuid, leer:; ὄζει... βύρσης (je droom) stinkt naar leer Aristoph. Ve. 38; gebruikt voor verschillende doeleinden: van een trommelvel; Eur. Ba. 513; van een wijnzak; Luc. 46.6; van een zeil (onzeker); Luc. 73.4; huid, vel (van een levend dier, maar als (leren) schild gebruikt). Theocr. Id. 25.238.

Frisk Etymology German

βύρσα: {búrsa}
Grammar: f.
Meaning: ‘(abgezogene) Haut, Fell’ (ion. att. seit Hdt.).
Derivative: Mehrere späte Ableitungen: Deminutivum βυρσίς (H.); βύρσινος ledern (D. C.), βυρσικός ib. (Gp.), auch von Gerbern benutzt (Hippiatr., zu βυρσεύς), βυρσώδης ib. (Gal.); — βυρσεύς Gerber (Act. Ap., Artem., Pap.) für älteres βυρσοδέψης (Ar. Pl. usw.) mit Ableitungen, vgl. Boß- hardt Die Nomina auf -ευς 76; daneben βυρσεύω gerben (H.) und βυρσεῖον Gerbgrube (Sch.). — Denom. βυρσόω mit Häuten bedecken (Ath. Mech.). — Alt nur βυρσίνη Lederriemen (Ar. Eq. 59, 449, wegen des Wortspiels mit μυρσίνη).
Etymology : Technisches LW ohne Etymologie.
Page 1,277-278

English (Woodhouse)

βύρσα = hide, skin

⇢ Look up "βύρσα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)